“Κ' εξόμπλιαζε καθημερνό εις την καρδιά του μέσα
κείνες τσι τόσες ομορφιές οπού τον επλανέσα'.
Τα μάτια δεν καλοθωρού' στο μάκρεμα του τόπου,
μα πλιά μακρά και πλιά καλλιά θωρεί η καρδιά του ανθρώπου*
εκείνη βλέπει στα μακρά, και στα κοντά γνωρίζει,
και σ' έναν τόπο βρίσκεται, και σε πολλούς γυρίζει.
Τα μάτια, να'ναι ανοιχτά, τη νύκτα δε θωρούσι*
νύκτα και μέρα, τση καρδιάς τα μάτια συντηρούσι.
Χίλια μάτιά'χει ο λογισμός, μερόνυκτα βιγλίζουν,
χίλια η καρδιά, και πλιότερα, κι ουδέποτε σφαλίζουν.
Μακρά'τον ο Ρωτόκριτος από την Αρετούσα,
τα μάτια που'χε στην καρδιά, πάντα την εθωρούσα'.
Εθώρειεν την πού βρίσκοντο', ταχύ, νύκτα, αποσπέρα,
μ' όλο που δεν την ήβλεπε, με μάτια, την ημέρα.”
―
κείνες τσι τόσες ομορφιές οπού τον επλανέσα'.
Τα μάτια δεν καλοθωρού' στο μάκρεμα του τόπου,
μα πλιά μακρά και πλιά καλλιά θωρεί η καρδιά του ανθρώπου*
εκείνη βλέπει στα μακρά, και στα κοντά γνωρίζει,
και σ' έναν τόπο βρίσκεται, και σε πολλούς γυρίζει.
Τα μάτια, να'ναι ανοιχτά, τη νύκτα δε θωρούσι*
νύκτα και μέρα, τση καρδιάς τα μάτια συντηρούσι.
Χίλια μάτιά'χει ο λογισμός, μερόνυκτα βιγλίζουν,
χίλια η καρδιά, και πλιότερα, κι ουδέποτε σφαλίζουν.
Μακρά'τον ο Ρωτόκριτος από την Αρετούσα,
τα μάτια που'χε στην καρδιά, πάντα την εθωρούσα'.
Εθώρειεν την πού βρίσκοντο', ταχύ, νύκτα, αποσπέρα,
μ' όλο που δεν την ήβλεπε, με μάτια, την ημέρα.”
―
“Καλά το λεν οι φρόνιμοι, η Αγάπη φόβο φέρνει,
κ' εις ένα πράμα, οπού αγαπά, λίγες φορές γιαγέρνει.
Χίλια σημάδια να θωρεί άνθρωπος, να κατέχει
άδολα πως τον αγαπά, αναπαημό δεν έχει.
Μα λέγει, και ξαναρωτά, και ξαναδοκιμάζει
τήν αγαπά, αν τον αγαπά, και πάντα του λογιάζει.
Οληνυκτίς σ' τσ' αγκάλες τση να μένει μετά κείνη,
'τό σηκωθεί, το βάσανον του Πόθου τον-ε κρίνει.
Και φαίνεταί του χάνει την, και πως τον απαρνάται,
κι ολημερνίς κι οληνυκτίς τρομάσσει και φοβάται.
Και πάντα ξόμπλι-ν εγνοιανό στήν αγαπά γυρεύγει,
κ' ετούτη η έγνοια η πελελή συχνιά τον-ε παιδεύγει.”
― Ερωτόκριτος
κ' εις ένα πράμα, οπού αγαπά, λίγες φορές γιαγέρνει.
Χίλια σημάδια να θωρεί άνθρωπος, να κατέχει
άδολα πως τον αγαπά, αναπαημό δεν έχει.
Μα λέγει, και ξαναρωτά, και ξαναδοκιμάζει
τήν αγαπά, αν τον αγαπά, και πάντα του λογιάζει.
Οληνυκτίς σ' τσ' αγκάλες τση να μένει μετά κείνη,
'τό σηκωθεί, το βάσανον του Πόθου τον-ε κρίνει.
Και φαίνεταί του χάνει την, και πως τον απαρνάται,
κι ολημερνίς κι οληνυκτίς τρομάσσει και φοβάται.
Και πάντα ξόμπλι-ν εγνοιανό στήν αγαπά γυρεύγει,
κ' ετούτη η έγνοια η πελελή συχνιά τον-ε παιδεύγει.”
― Ερωτόκριτος
“Τό δού' μιαν κόρην όμορφην, η Πεθυμιά'ναι πρώτη
να τους κινά να ρέγουνται τση λυγερής τη νιότη.
Και πάντα τούτη η Πεθυμιά είναι με την ολπίδα,
κ' έχουν τα μάτια προδοτή σαν κείνα που την είδα'.
Και με την άκραν του ματιού μαντάτο τση μηνούσι,
και μετ' αυτό τον Πόθον τως τση λεν κι ομολογούσι.
Κι α' δούν πως έχει ανταμοιβή λιγάκι η δούλεψή τως,
η πεθυμιά τως θρέφεται, πληθαίνει η παιδωμή τως·
αξάφτει η βράση τση καρδιάς, η ολπίδα μεγαλώνει,
και κάθε λίγη στην αρχή παρηγοριά τώς σώνει.
Τη δούλεψη σπουδάζουσιν, ώστε να την-ε φέρου'
σ' τό θέλουν, και συχνιάζουσιν αργά και ταχυτέρου.
Και τα βιβλία τσ' Ερωτιάς ανοίγουν και θωρούσι,
κι αν έχου' να κερδέσουσιν, εύκολα το γρικούσι.
Μα σαν τη λυγερήν ιδούν, και πάντα ξεγνοιασμένη,
σε πόρτα, εις παραθύρι τση, ποτέ τση δεν προβαίνει,
και ανεγνωριά στους κόπους τως δείχνει με κάθε τρόπο,
παίρνουνται κάτω το ζιμιό, σκολάζουσι τον κόπο.
Κ' εκείνος που επαιδεύγετον, η Πεθυμιά του σβήνει,
και τη δουλειάν οπ' άρχισεν, άπρακτην την αφήνει·
πλιό δεν κοπιά το λογισμό, μηδέ το νουν παιδεύγει,
μα βάνει άλλο λογισμό, κι άλλη δουλειά γυρεύγει.
Σα δε συναπαντήξουσι, τα μάτια να σμιχτούσι,
εύκαιρα βασανίζονται εκείνοι π' αγαπούσι.
Τούτό'ν' το πρώτο ερμήνεμα ενός που αναντρανίζει
μιά λυγερήν, κι αρέσει του, και δούλεψιν αρχίζει.
'Τό δει μιά, δυό, και τρεις φορές, κ' οι όρεξες δε σάζουν,
ουδ' οι καρδιές συβάζουνται, μηδέ τα μάτια μοιάζουν,
εκείνον οπ' ορέγετο, σ' άργητα τον-ε φέρνει,
σκολάζει, και ξεγνοιάζεται, πλιό δεν ξαναγιαγέρνει.
Και δεν μπορεί μιάν άσπλαχνην άνθρωπος ν' αγαπήσει,
γιατί έτσι το αποφάσισε της Ερωτιάς η κρίση.”
― Ερωτόκριτος
να τους κινά να ρέγουνται τση λυγερής τη νιότη.
Και πάντα τούτη η Πεθυμιά είναι με την ολπίδα,
κ' έχουν τα μάτια προδοτή σαν κείνα που την είδα'.
Και με την άκραν του ματιού μαντάτο τση μηνούσι,
και μετ' αυτό τον Πόθον τως τση λεν κι ομολογούσι.
Κι α' δούν πως έχει ανταμοιβή λιγάκι η δούλεψή τως,
η πεθυμιά τως θρέφεται, πληθαίνει η παιδωμή τως·
αξάφτει η βράση τση καρδιάς, η ολπίδα μεγαλώνει,
και κάθε λίγη στην αρχή παρηγοριά τώς σώνει.
Τη δούλεψη σπουδάζουσιν, ώστε να την-ε φέρου'
σ' τό θέλουν, και συχνιάζουσιν αργά και ταχυτέρου.
Και τα βιβλία τσ' Ερωτιάς ανοίγουν και θωρούσι,
κι αν έχου' να κερδέσουσιν, εύκολα το γρικούσι.
Μα σαν τη λυγερήν ιδούν, και πάντα ξεγνοιασμένη,
σε πόρτα, εις παραθύρι τση, ποτέ τση δεν προβαίνει,
και ανεγνωριά στους κόπους τως δείχνει με κάθε τρόπο,
παίρνουνται κάτω το ζιμιό, σκολάζουσι τον κόπο.
Κ' εκείνος που επαιδεύγετον, η Πεθυμιά του σβήνει,
και τη δουλειάν οπ' άρχισεν, άπρακτην την αφήνει·
πλιό δεν κοπιά το λογισμό, μηδέ το νουν παιδεύγει,
μα βάνει άλλο λογισμό, κι άλλη δουλειά γυρεύγει.
Σα δε συναπαντήξουσι, τα μάτια να σμιχτούσι,
εύκαιρα βασανίζονται εκείνοι π' αγαπούσι.
Τούτό'ν' το πρώτο ερμήνεμα ενός που αναντρανίζει
μιά λυγερήν, κι αρέσει του, και δούλεψιν αρχίζει.
'Τό δει μιά, δυό, και τρεις φορές, κ' οι όρεξες δε σάζουν,
ουδ' οι καρδιές συβάζουνται, μηδέ τα μάτια μοιάζουν,
εκείνον οπ' ορέγετο, σ' άργητα τον-ε φέρνει,
σκολάζει, και ξεγνοιάζεται, πλιό δεν ξαναγιαγέρνει.
Και δεν μπορεί μιάν άσπλαχνην άνθρωπος ν' αγαπήσει,
γιατί έτσι το αποφάσισε της Ερωτιάς η κρίση.”
― Ερωτόκριτος
“κι όλα τα πράματα ο Καιρός χαλά και μεταλλάσσει.”
― Ερωτόκριτος
― Ερωτόκριτος
Kalliope’s 2025 Year in Books
Take a look at Kalliope’s Year in Books, including some fun facts about their reading.
More friends…
Polls voted on by Kalliope
Lists liked by Kalliope




















