“Εσένα φαίνουνται εύκολα, γιατί δεν είσαι σ' τούτα,
και δεν ψηφάς τες ομορφιές, τραγούδια ουδέ λαγούτα.
Μα οπού'ναι μέσα στη φωτιάν, κατέχει ίντά'ναι βράση,
κι ουδέ κιαμιά άλλη το γρικά α' δεν το δοκιμάσει.
Παιγνίδι μας-ε φαίνεται, 'τό δούμε φουσκωμένη
από μακρά τη θάλασσα, κι άγρια, και θυμωμένη,
με κύματα άσορα και θολά, βρυγιά ανακατωμένα,
και τα χαράκια όντε κτυπούν κι αφρίζουν ένα-ν ένα.
Κ 'εκείνους τσ' ανακατωμούς και ταραχές γρικούμε,
και δίχως φόβο από μακρά, γελώντας τσι θωρούμε.
Μα κείνος που στα βάθη της είναι και κιντυνεύγει,
και να γλιτώσει απ' τη σκληρά, ξετρέχει και γυρεύγει,
αυτός κατέχει να σου πει κι απόκριση να δώσει,
ίντά'ναι ο φόβος του γιαλού, αν είναι και γλιτώσει,
και των κυμάτω' ο πόλεμος, και των ανέμω' η μάχη.
Και δε γνωρίζει το κακό κιανείς, α' δεν του λάχει.”
― Ερωτόκριτος
και δεν ψηφάς τες ομορφιές, τραγούδια ουδέ λαγούτα.
Μα οπού'ναι μέσα στη φωτιάν, κατέχει ίντά'ναι βράση,
κι ουδέ κιαμιά άλλη το γρικά α' δεν το δοκιμάσει.
Παιγνίδι μας-ε φαίνεται, 'τό δούμε φουσκωμένη
από μακρά τη θάλασσα, κι άγρια, και θυμωμένη,
με κύματα άσορα και θολά, βρυγιά ανακατωμένα,
και τα χαράκια όντε κτυπούν κι αφρίζουν ένα-ν ένα.
Κ 'εκείνους τσ' ανακατωμούς και ταραχές γρικούμε,
και δίχως φόβο από μακρά, γελώντας τσι θωρούμε.
Μα κείνος που στα βάθη της είναι και κιντυνεύγει,
και να γλιτώσει απ' τη σκληρά, ξετρέχει και γυρεύγει,
αυτός κατέχει να σου πει κι απόκριση να δώσει,
ίντά'ναι ο φόβος του γιαλού, αν είναι και γλιτώσει,
και των κυμάτω' ο πόλεμος, και των ανέμω' η μάχη.
Και δε γνωρίζει το κακό κιανείς, α' δεν του λάχει.”
― Ερωτόκριτος
“κι όλα τα πράματα ο Καιρός χαλά και μεταλλάσσει.”
― Ερωτόκριτος
― Ερωτόκριτος
“I only wanted to keep up a fire!”
― Lord Of The Flies novel guide
― Lord Of The Flies novel guide
“Τό δού' μιαν κόρην όμορφην, η Πεθυμιά'ναι πρώτη
να τους κινά να ρέγουνται τση λυγερής τη νιότη.
Και πάντα τούτη η Πεθυμιά είναι με την ολπίδα,
κ' έχουν τα μάτια προδοτή σαν κείνα που την είδα'.
Και με την άκραν του ματιού μαντάτο τση μηνούσι,
και μετ' αυτό τον Πόθον τως τση λεν κι ομολογούσι.
Κι α' δούν πως έχει ανταμοιβή λιγάκι η δούλεψή τως,
η πεθυμιά τως θρέφεται, πληθαίνει η παιδωμή τως·
αξάφτει η βράση τση καρδιάς, η ολπίδα μεγαλώνει,
και κάθε λίγη στην αρχή παρηγοριά τώς σώνει.
Τη δούλεψη σπουδάζουσιν, ώστε να την-ε φέρου'
σ' τό θέλουν, και συχνιάζουσιν αργά και ταχυτέρου.
Και τα βιβλία τσ' Ερωτιάς ανοίγουν και θωρούσι,
κι αν έχου' να κερδέσουσιν, εύκολα το γρικούσι.
Μα σαν τη λυγερήν ιδούν, και πάντα ξεγνοιασμένη,
σε πόρτα, εις παραθύρι τση, ποτέ τση δεν προβαίνει,
και ανεγνωριά στους κόπους τως δείχνει με κάθε τρόπο,
παίρνουνται κάτω το ζιμιό, σκολάζουσι τον κόπο.
Κ' εκείνος που επαιδεύγετον, η Πεθυμιά του σβήνει,
και τη δουλειάν οπ' άρχισεν, άπρακτην την αφήνει·
πλιό δεν κοπιά το λογισμό, μηδέ το νουν παιδεύγει,
μα βάνει άλλο λογισμό, κι άλλη δουλειά γυρεύγει.
Σα δε συναπαντήξουσι, τα μάτια να σμιχτούσι,
εύκαιρα βασανίζονται εκείνοι π' αγαπούσι.
Τούτό'ν' το πρώτο ερμήνεμα ενός που αναντρανίζει
μιά λυγερήν, κι αρέσει του, και δούλεψιν αρχίζει.
'Τό δει μιά, δυό, και τρεις φορές, κ' οι όρεξες δε σάζουν,
ουδ' οι καρδιές συβάζουνται, μηδέ τα μάτια μοιάζουν,
εκείνον οπ' ορέγετο, σ' άργητα τον-ε φέρνει,
σκολάζει, και ξεγνοιάζεται, πλιό δεν ξαναγιαγέρνει.
Και δεν μπορεί μιάν άσπλαχνην άνθρωπος ν' αγαπήσει,
γιατί έτσι το αποφάσισε της Ερωτιάς η κρίση.”
― Ερωτόκριτος
να τους κινά να ρέγουνται τση λυγερής τη νιότη.
Και πάντα τούτη η Πεθυμιά είναι με την ολπίδα,
κ' έχουν τα μάτια προδοτή σαν κείνα που την είδα'.
Και με την άκραν του ματιού μαντάτο τση μηνούσι,
και μετ' αυτό τον Πόθον τως τση λεν κι ομολογούσι.
Κι α' δούν πως έχει ανταμοιβή λιγάκι η δούλεψή τως,
η πεθυμιά τως θρέφεται, πληθαίνει η παιδωμή τως·
αξάφτει η βράση τση καρδιάς, η ολπίδα μεγαλώνει,
και κάθε λίγη στην αρχή παρηγοριά τώς σώνει.
Τη δούλεψη σπουδάζουσιν, ώστε να την-ε φέρου'
σ' τό θέλουν, και συχνιάζουσιν αργά και ταχυτέρου.
Και τα βιβλία τσ' Ερωτιάς ανοίγουν και θωρούσι,
κι αν έχου' να κερδέσουσιν, εύκολα το γρικούσι.
Μα σαν τη λυγερήν ιδούν, και πάντα ξεγνοιασμένη,
σε πόρτα, εις παραθύρι τση, ποτέ τση δεν προβαίνει,
και ανεγνωριά στους κόπους τως δείχνει με κάθε τρόπο,
παίρνουνται κάτω το ζιμιό, σκολάζουσι τον κόπο.
Κ' εκείνος που επαιδεύγετον, η Πεθυμιά του σβήνει,
και τη δουλειάν οπ' άρχισεν, άπρακτην την αφήνει·
πλιό δεν κοπιά το λογισμό, μηδέ το νουν παιδεύγει,
μα βάνει άλλο λογισμό, κι άλλη δουλειά γυρεύγει.
Σα δε συναπαντήξουσι, τα μάτια να σμιχτούσι,
εύκαιρα βασανίζονται εκείνοι π' αγαπούσι.
Τούτό'ν' το πρώτο ερμήνεμα ενός που αναντρανίζει
μιά λυγερήν, κι αρέσει του, και δούλεψιν αρχίζει.
'Τό δει μιά, δυό, και τρεις φορές, κ' οι όρεξες δε σάζουν,
ουδ' οι καρδιές συβάζουνται, μηδέ τα μάτια μοιάζουν,
εκείνον οπ' ορέγετο, σ' άργητα τον-ε φέρνει,
σκολάζει, και ξεγνοιάζεται, πλιό δεν ξαναγιαγέρνει.
Και δεν μπορεί μιάν άσπλαχνην άνθρωπος ν' αγαπήσει,
γιατί έτσι το αποφάσισε της Ερωτιάς η κρίση.”
― Ερωτόκριτος
Kalliope’s 2025 Year in Books
Take a look at Kalliope’s Year in Books, including some fun facts about their reading.
More friends…
Polls voted on by Kalliope
Lists liked by Kalliope



















