Ένας σύντομος μύθος.

THOR.jpgΚάποτε, πριν ακόμα γεννηθούν οι πρώτοι άνθρωποι, υπήρχαν δυο κόσμοι και δυο βασίλεια. Το ένα βασίλειο βρισκόταν στον ουρανό και οι θεοί που κατοικούσαν εκεί κατάγονταν απ την γενιά των Ουράνιων. Το άλλο βασίλειο βρισκόταν στις πεδιάδες της γης και κατοικούταν από τους Γήινους θεούς . Οι θρύλοι λένε, πως οι Ουράνιοι είχαν φτιάξει τα θεμέλια του βασιλείου τους στην γη, και το παλάτι τους στεκόταν πάνω σε τέσσερις τεράστιες κολόνες από το πιο σκληρό μάρμαρο. Ονομάζονταν οι Στήλες του πάνω κόσμου και έφταναν τόσο ψηλά που τρυπούσαν τα σύννεφα. Κάποιοι έλεγαν, πως μπορούσες να αγγίξεις τα αστέρια αν στεκόσουν στον πιο ψηλό πύργο.  Και τα δυο βασίλεια ήταν αφάνταστα πλούσια σε αγαθά και όλοι ζούσαν καλά. Οι Γήινοι όμως πάντα κοιτούσαν με φθόνο ψηλά τον ουρανό, γιατί θεωρούσαν πως οι Ουράνιοι εκμεταλλεύτηκαν κάποτε τις γνώσεις τους, τον ορυκτό τους πλούτο όπως επίσης και την ικανότητα των Γήινων να κατασκευάζουν όμορφα πράγματα με τα χέρια τους. Εκείνοι ήταν που όρθωσαν τις Στήλες κάποτε με τα ίδια τους τα χέρια υπό την καθοδήγηση των Ουράνιων με αντάλλαγμα πλούτο, που κάποιοι έλεγαν πως δεν πληρώθηκε στο ακέραιο, και την υπόσχεση να μην επισκεφτούν ποτέ τους ουράνιους τόπους.


Τα χρόνια περνούσαν και οι θεοί ζούσαν έτσι τις ζωές τους. Η εποχή όμως που ο βασιλιάς των Γήινων κουράστηκε απ τους μόχθους της ζωής και αποφάσισε να αφήσει τον υλικό κόσμο έφτασε. Κάλεσε τον πρωτότοκο γιο του, τον Μύρα, με σκοπό να του μιλήσει, κι εκείνος στάθηκε απέναντι του.


«Το χρονικό της ηγεμονίας μου έφτασε στο τέλος» του είπε. «Θέλω εσύ, ο πρωτότοκος μου, να καθίσεις στην θέση μου γιατί έτσι πρέπει. Βασίλεψε καλά και με σύνεση τούτο τον κόσμο και τίμα την μνήμη μου όπως μου αρμόζει.»


Ο Μύρα ήταν όμως πολύ περήφανος για να κλάψει με την απόφαση του πατέρα του να αφήσει τα εγκόσμια και πολύ δόλιος καταβάθος. Η φλόγα του μίσους και της ζήλιας  που σιγόκαιγε για τους Ουράνιους τώρα φούντωσε για τα καλά, αλλά δεν την άφησε να φανερωθεί  μπροστά στον πατέρα του. Ο βασιλιάς χάθηκε και ο Μύρα φόρεσε στο κεφάλι του το στέμμα της γης, που ήταν καμωμένο από χρυσάφι και πολύτιμους λίθους, με την υπόσχεση να σταθεί αντάξιος του πατέρα του, διατηρώντας την ειρήνη τους νόμους και την ευδαιμονία του βασιλείου. Όρισε για συμβούλους του εκείνους που είχαν τις ίδιες απόψεις με εκείνον και έδιωξε από δίπλα του το συμβούλιο του πατέρα του. Ύστερα μήνυσε το αίτημα του στους Ουράνιους να δεχτούν τον νέο βασιλιά της γης για ακρόαση. Κι έτσι έγινε.


Ο Βασιλιάς των Ουράνιων ήταν ο Ντέας, και είχε πάρει αυτό το όνομα γιατί ήταν δίκαιος μα σκληρός πολύ. Τιμούσε τους νόμους, τα ήθη και τα έθιμα της φυλής του και ήταν σταθερός στις απόψεις του. Δέχτηκε το αίτημα ακρόασης του Μύρα και όπως όριζαν οι νόμοι, ανέβηκε στο άρμα του και συνοδευόμενος από τους ακόλουθους του κατέβηκε στην γη να συγχαρεί τον νέο βασιλιά.


«Χαίρε Μύρα γιε του Μέαρ» είπε και απέδωσε χαιρετισμό και δώρα. «Είθε η βασιλεία σου στους ευλογημένους αυτούς τόπους να είναι ισάξια του σοφού πατέρα σου.»


Ο Μύρα όμως, που δεν έχανε χρόνο και μιλούσε με σκληρή γλώσσα, απάντησε.


«Χαίρε Ντέας, βασιλιά των ουρανών. Η επίσκεψη σου με τιμά, μα δεν σε κάλεσα εδώ για να ανταλλάξουμε γλυκά λόγια και ευγενικούς χαιρετισμούς. Ούτε και θέλω την ευλογία σου για το αξίωμα μου»


Ο Ντέας θίχτηκε απ τα λόγια αυτά μα κράτησε τον θυμό του.


«Αν όχι γι αυτό, τότε γιατί;» απάντησε.


«Γιατί υπάρχουν ανοιχτοί λογαριασμοί μεταξύ των φυλών μας. Λογαριασμοί που έχουν μείνει στα αζήτητα όλα αυτά τα χρόνια. Έχω κάποια αιτήματα που πρέπει να ακουστούν από εσένα και τους ομοίους σου.»


«Ώστε έτσι λοιπόν» απάντησε εκείνος φανερά δυσαρεστημένος απ την έπαρση και τον τρόπο του νέου βασιλιά. «Ας είναι λοιπόν. Οι νόμοι μας ορίζουν πως πρέπει να ακούσω όποιο αίτημα έχεις να μου υποβάλεις. Πρόσεχε όμως καλά και βούτα την γλώσσα στο μυαλό σου πριν μου μιλήσεις ξανά χωρίς τον δέοντα σεβασμό Γήινε.»


Ο Μύρα, αφού στάθηκε περήφανος, εξέφρασε το αίτημα του να αποπληρωθεί το χρέος προς την φυλή του, όπως επίσης και να γίνει άρση του νόμου που απαγόρευε στους θεούς της γης να επισκεφτούν το Ουράνιο βασίλειο. Ο Ντέας γνώριζε τα πάντα για το παρελθόν και την ιστορία των φυλών. Γνώριζε και για το απλήρωτο χρέος, μα σαν άκουσε έτσι, γέλασε τόσο δυνατά που ο τόπος όλος τραντάχτηκε.


«Πες μου Μύρα.» αποκρίθηκε «Τόσο πολύ χάρηκες που ο σοφός πατέρας σου αποφάσισε να αφήσει σε εσένα τα σκήπτρα της γης; Πριν ακόμα το πνεύμα του φτάσει στους άγιους τόπους, πριν ακόμα το χρυσό στέμμα σου ζεσταθεί απ το κεφάλι σου, μέθυσες από κρασί και από χαρά, γιατί αλλιώς δεν μπορώ να εξηγήσω την ανοησία σου.» είπε φτύνοντας τα τελευταία λόγια. Σαν να μην έφτανε όμως αυτό, βλέποντας τον θυμό του Μύρα, ο Ντέας συνέχισε. «Πες μου, βασιλιά της γης,  πιο απ τα δυο είναι αλήθεια γιατί αναρωτιέμαι. Ήταν ο γερο-πατέρας σου ανόητος και τυφλός από αγάπη για εσένα ή εσύ τόσο ικανός να κρύβεις την δολιότητα σου όλα αυτά τα χρόνια;»


Σαν άκουσε έτσι ο Μύρα, ο θυμός του πήρε φωτιά και τα μάτια του άστραψαν.


«Θα γκρεμίσω εσένα και το βασίλειο σου για αυτή την προσβολή που μόλις ξεστόμισες» είπε «Τότε θα δεις γιατί είναι ικανός ο Μύρα ο γιος του Μέαρ.»


Ο Ντέας όμως κοίταξε ειρωνικά τον νεαρό Μύρα.


«Γύρνα πίσω από εκεί που ήρθες και μάθε να σέβεσαι αγόρι. Θα αποδώσω τα απερίσκεπτα σου λόγια στο νεαρό της ηλικίας σου και να σαι ευτυχής με αυτό. Οι Ουράνιοι δεν χρωστούν τίποτα στο γένος σου, και ο νόμος που απαγορεύει σε εσάς να πατήσετε το πόδι σας στις αίθουσες που βασιλεύω ισχύει, και θα ισχύει για πάντα. Θα δεχτώ ξανά ακρόαση σου μόνο όταν αποφασίσεις να πέσεις στα γόνατα και να απολογηθείς για όσα ξεστόμισες. Ένας σοφός βασιλιάς ξέρει να ζητά συγγνώμη όπως επίσης και να δίνει συγχώρεση όταν πρέπει.» ύστερα ο Ντέας ανέβηκε στο άρμα του «Άντε τώρα. Άντε και σκέψου όσα είπες και όσο θα τα σκέφτεσαι άλλο τόσο εγώ θα θυμάμαι τα λόγια σου.»


Το άρμα του πέταξε ψηλά και πίσω ακολούθησαν οι υπόλοιποι. Πριν όμως προλάβει να απομακρυνθεί αρκετά, ο Μύρα θυμωμένος όσο πότε σήκωσε την γροθιά του ψηλά και φώναξε.


«Να θυμάσαι τα λόγια μου βασιλιά του ουρανού! Να τα θυμάσαι όταν τα θεμέλια του οίκου σου θα τρέμουν απ τα σφυριά της γης.» αλλά στο άκουσμα της απειλής ο Ντέας γέλασε βροντερά και αυτό ήταν που δυνάμωσε την φωτιά στα στήθη του Μύρα.


Έτσι μια εποχή μίσους ξεκίνησε για τις δυο φυλές. Οι Γήινοι συγκέντρωσαν όλες τους τις δυνάμεις και στα δυνατά τους χέρια κρατούσαν σφυριά από σκληρό μέταλλο. Απ το πρωί έως το βράδυ τα σφυριά δούλευαν ασταμάτητα μα οι Στήλες έδειχναν να αντέχουν ενάντια στην τρομερή τους δύναμη. Από ψηλά, ο Ντέας παρατηρούσε τις άκαρπες προσπάθειες των Γήινων και γελούσε, και το γέλιο του ηχούσε σαν τις βροντές που προμηνύουν καταιγίδα. Τότε, ο Μύρα, στράφηκε για συμβουλή στους σοφούς της φυλής του. Εκείνοι προσπάθησαν να τον συμμορφώσουν, λέγοντας του πως πρέπει να σταματήσει αμέσως αυτή την τρέλα. Εκείνος όμως επικαλέστηκε την εξουσία του και οι σοφοί δεν είχαν παρά να του φανερώσουν το μυστικό της δύναμης του κόσμου, γιατί άλλη επιλογή δεν είχαν.


«Η δύναμη των Γήινων βρίσκεται στα σπλάχνα της γης» του είπαν «Εκεί το ατσάλι είναι ανακατεμένο με αιώνια φωτιά και σαν καταφέρεις να το εξορύξεις, τότε μόνο θα τα καταφέρεις. Οι Στήλες είναι πανάρχαιες και μόνο με αρχαία μαγεία θα μπορέσεις να τις ρίξεις.»


Σαν άκουσε έτσι ο Μύρα, η τρέλα που τον κυρίεψε μεγάλη ήταν. Ξεκίνησε να σκάβει τη γη με τόση μανία που σε κάθε χτύπημα της τσάπας σεισμός γινόταν, και παρά τις συμβουλές των υπολοίπων θεών εκείνος δεν σταματούσε. Η τρέλα του δε, γινόταν ακόμα πιο μεγάλη σαν σκεπτόταν πως από ψηλά ο εχθρός του θα γελούσε με την προσπάθεια αυτή. Και αλήθεια ήταν. Ο Ντέας στεκόταν πότε πότε, και από ψηλά γελούσε με τον βασιλιά που έσκαβε τη γη σαν τον αγρότη. Δεν γνώριζε όμως την πραγματική φύση της πράξης αυτής και με το δίκιο του χλεύαζε τον Μύρα.


Μια μέρα όμως, ο Μύρα τα κατάφερε. Έφτασε στην καρδιά της γης και πήρε στα χέρια του το καυτό ατσάλι που άστραφτε σαν φωτιά. Το σφυρηλατούσε μέρα νύχτα, και με κάθε χτύπημα, όλο και περισσότερη οργή πότιζε το καυτό ατσάλι, μέχρι που τελικά του έδωσε την μορφή που εκείνος ήθελε.  Ένα σφυρί από ατόφιο ατσάλι, γκρίζο σαν τα χρώματα της αυγής. Σαν χτυπούσε, η γη έτρεμε και ο άνεμος που δημιουργούσε ήταν σαν τον βοριά που ερχόταν απ τα βουνά με μανία. Η Σφύρα του κάτω κόσμου ονομάστηκε, και μόνο ο Μύρα μπορούσε να την χειριστεί. Σαν έφτασε στις Στήλες, στάθηκε και κοίταξε ψηλά γνωρίζοντας πως τα μάτια του Ντέας τον παρακολουθούν.


«Ήρθε η ώρα που θα θυμηθείς τα λόγια μου βασιλιά των ουρανών. Να σε δω τώρα αν θα γελάς με τον Μύρα, τον γιο του Μέαρ.» και λέγοντας αυτά σήκωσε με τα δυο του χέρια την Σφύρα του κάτω κόσμου και χτύπησε με όλη του την δύναμη μια απ τις τέσσερις στήλες.


Ο πάνω κόσμος κλονίστηκε απ το χτύπημα και οι Ουράνιοι τρόμαξαν σαν ένιωσαν αυτή την πρωτόγνωρη δύναμη. Ο Ντέας στεκόταν στην άκρη του πιο ψηλού πύργου και είδε πως οι προσπάθειες του Μύρα απέδωσαν καρπούς. Άλλο ένα δυνατό χτύπημα ακούστηκε και το βασίλειο του ουρανού κλονίστηκε ξανά.


«Ετοιμάστε το χρυσό μου άρμα! Φέρτε μου την λόγχη της φωτιάς! Ανοίξτε τα σύννεφα για να περάσω!» φώναξε ο βασιλιάς του πάνω κόσμου και σαν του ετοίμασαν όσα ζήτησε, εκείνος ανέβηκε και πέταξε προς τη γη. Δεν άργησε να φτάσει στο σημείο που ο Μύρα στεκόταν, περήφανος και δυνατός.


«Στάσου!» φώναξε με όλη του την δύναμη ο Ντέας «Σταμάτα!» μα τον Μύρα τον είχε κυριέψει  μια τρέλα που έκανε τα μάτια του να αστράφτουν. Γέλασε δυνατά σαν ένιωσε τον φόβο στη φωνή του εχθρού του.


«Και γιατί να σταματήσω γερο-βασιλιά;» φώναξε ο Μύρα και σήκωσε ξανά την Σφύρα για να δώσει άλλο ένα χτύπημα. «Θυμήθηκες τα λόγια μου;» και λέγοντας αυτά, χτύπησε άλλη μια φορά με όλη του την δύναμη. Τότε ο Βασιλιάς των ουρανών επιτέθηκε με την λόγχη του, και η μάχη μεταξύ τους ξεκίνησε.


Ο Μύρα κρατούσε στο χέρι του το παντοδύναμο σφυρί του κάτω κόσμου και ο Ντέας την μακριά λόγχη της φωτιάς. Σε κάθε χτύπημα βροντούσε ο τόπος και σαν αντάμωναν τα δυο όπλα, σπίθιζαν από μίσος. Σαν είδαν έτσι, όλοι οι θεοί, και αυτοί του ουρανού και αυτή της γης, χίμηξαν ο ένας εναντίον του άλλου και χτυπούσαν με μανία, ακόμα και με τα ίδια τους τα χέρια. Η φωτιά και το σίδερο μιλούσαν τώρα. Η γη όλη έτρεμε, και  ο ουρανός σκοτείνιασε απ την σκόνη και την τέφρα. Ο καιρός περνούσε, και οι θεοί ακόμα πολεμούσαν.


Κανένας δεν έμεινε όρθιος στο τέλος, εκτός απ τους δυο βασιλιάδες που χτυπούσαν ακόμα ο ένας τον άλλο. Τα τραύματα του Ντέας όμως ήταν πολλά και τελικά έπεσε. Τώρα η γη ξερνούσε πηχτή φωτιά  και απ τον ουρανό έπεφτε βροχή μαύρη και βρόμικη. Ο Μύρα ήρθε και στάθηκε από πάνω του και σαν είδε το μέγεθος της καταστροφής, ξύπνησε απ την μανία που τον είχε κυριεύσει.


«Τι έκανα;» φώναξε δυνατά. Αλλά ήταν πια αργά.


«Τώρα δεν έμεινε τίποτε να κυβερνήσεις. Μόνο στάχτες.» είπε ο Ντέας και ξεψύχησε.


Απ την απελπισία του, ο βασιλιάς της γης, έσφιξε την Σφύρα στο χέρι.


«Δεν έμεινε τίποτα πια. Αφού δεν μπόρεσα να ανέβω στον ουρανό, ας έρθει εκείνος πάνω μου.» είπε και χτύπησε ξανά τις μαρμάρινες στήλες, μέχρι που εκείνες έσπασαν. Τα παλάτια του ουρανού γκρεμίστηκαν και πλάκωσαν τους θεούς με τον όγκο τους.


Ο μύθος λέει, πως απ το αίμα και τα δάκρυα, πολλά χρόνια μετά, γεννήθηκαν οι πρώτοι άνθρωποι. Θεμέλια του νέου κόσμου ήταν τα άψυχα κορμιά των θεών και το χώμα που πατούσαν ήταν ότι είχε απομείνει απ την καταστροφή. Κληρονομιά τους ήταν η αγάπη αλλά και το μίσος.


Κανένας όμως από τους ανθρώπους δεν θα το μάθαινε ποτέ.


 


 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on October 02, 2016 01:17
No comments have been added yet.


Μιχάλης Κουρούβανης's Blog

Μιχάλης Κουρούβανης
Μιχάλης Κουρούβανης isn't a Goodreads Author (yet), but they do have a blog, so here are some recent posts imported from their feed.
Follow Μιχάλης Κουρούβανης's blog with rss.