Τι απέγιναν οι χαρακτήρες του διηγήματος "Έγκλημα στο χάνι του Μπενσουσάν" μετά το τέλος του διηγήματος;

Το διήγημα, που εντάσσεται στη συλλογική έκδοση αστυνομικής λογοτεχνίας με κοινό τόπο τη Θεσσαλονίκη και τίτλο "Θεσσαλονίκη Νουάρ" (σειρά Fedora, Εκδόσεις Αρχέτυπο) και κυκλοφορεί σε λίγες ημέρες, αφηγείται την ιστορία ενός φόνου που συμβαίνει σ' ένα χάνι της πόλης τη βραδιά πριν τη Μεγάλη Πυρκαγιά της 5/18 Αυγούστου 1917.

Είναι ένας φόρος τιμής σε μια πολυπολιτισμική, κοσμοπολίτικη Θεσσαλονίκη που ανήκει στο παρελθόν, αλλά ακόμη διακρίνεις τα ίχνη της στο παρόν, αν το θέλεις πολύ και το ψάξεις ακόμη περισσότερο. Ενας φόρος τιμής προς δυο κοινότητες της πόλης, την εβραϊκή και τη μουσουλμανική, που έχουν χαθεί πια από αυτήν, και προς μια άλλη κοινότητα, την ελληνική, που τότε επαναπροσδιόριζε το ρόλο της σε μια «νέα κτήση» της Ελλάδας και σε μια ταραγμένη πολιτικά εποχή.

«Φτωχοί και πλούσιοι ίσοι ήμασταν, σερνόμασταν σε στρατώνες και σε αγρούς», λέει το σεφαραδίτικο τραγούδι της Φωτιάς.

Κάποιοι από τους χαρακτήρες που εμφανίζονται στο διήγημα θα μπορούσαν να ήταν ανάμεσα σ’ αυτούς τους ανθρώπους, μιλώντας στo ίδιο ιδίωμα με τους στίχους του τραγουδιού, τα λαντίνο, ή στα γίντις των γερμανόφωνων Ασκεναζίμ της πόλης, ή στα ελληνικά, λίγο μετά από το χρονικό σημείο όπου το διήγημα τους αφήνει.

Καθόλου πρωτάκουστο, βέβαια, ούτε στη Θεσσαλονίκη ούτε πουθενά αλλού, μετά από μια καταστροφή που έχουν προκαλέσει είτε η φύση ή ένα τυχαίο περιστατικό είτε οι ίδιοι οι άνθρωποι, ν’ ακούς πως

Μας έδωσαν τέντες
Που τις έπαιρνε ο αέρας
Μας έδωσαν πικρό ψωμί
Που ούτε με νερό δεν κατέβαινε

Η περιοχή των σημερινών Άνω Λαδάδικων, όπου βρίσκεται το Μπενσουσάν Χαν αλλά και το χάνι του Κύρτση, το σημερινό καφέ μπαρ Ύψιλον, δεν κάηκε. Μια ξαφνική στροφή του ανέμου απομάκρυνε λίγο ανατολικότερα τις φλόγες που κατέβαιναν προς το λιμάνι. Η στροφή αυτή αποτυπώνεται στα σχέδια της πυρίκαυστης ζώνης. Η Μεγάλη Μάλτα, αντίθετα, που αναφέρεται στο διήγημα, το χάνι κάποιου συνονόματού μου Νικολαΐδη, κάηκε, και μας σώζονται φωτογραφίες από τα συντρίμμια της.

Οι κατεργαριές του παντοπώλη της γωνίας εξελίχθηκαν σε αστικό μύθο της γειτονιάς κι έφτασαν μέχρι τα αφτιά μου από τον Στυλιανό Ντοκούζ, καλλιτεχνικό διευθυντή και διαχειριστή του Μπενσουσάν Χαν.

Υπάρχουν όμως και άλλοι χαρακτήρες που δεν διανυκτέρευσαν σ’ εκείνες τις σκηνές τους μήνες που ακολούθησαν το Σάββατο 5/ 18 Αυγούστου 1917.

Για έναν από αυτούς, εμπνευσμένο από αυθεντικό περιστατικό παραβατικότητας της εποχής, μια παραπομπή του διηγήματος στην πηγή έμπνευσής του - άρθρο του Οκτωβρίου 1917 στον τοπικό Τύπο – υποδηλώνει πως μόλις δυο μήνες αργότερα η «κομπίνα» του αποκαλύφθηκε.

Όσο για τον Έλληνα αξιωματικό από την Αθήνα και την Εβραιοπούλα, μόνο πρωτάρηδες αναγνώστες του είδους της αστυνομικής λογοτεχνίας δε θ’ αναγνωρίσουν αμέσως πως πρόκειται για «κόκκινες ρέγκες» και όχι για πραγματικούς ύποπτους, παρόλο που έχουν κίνητρο και ευκαιρία για τον φόνο, κι έτσι δεν αποτελεί σοβαρό spoiler ν’ αποκαλύψω τι απέγιναν.

Είναι εμπνευσμένοι από «κοινωνικό σκάνδαλο» του 1914: την κόρη του ιδιοκτήτη της Casa Bianca, Αλίνα Φερνάντεζ, και τον αξιωματικό του ελληνικού στρατού Σπύρο Αλιμπέρτη, οι οποίοι γνωρίστηκαν, κεραυνοβολήθηκαν και οργάνωσαν την απαγωγή με διαφορετικό τρόπο από αυτόν του ζευγαριού του διηγήματος. Μετά από λίγο καιρό, κατάφεραν να πάρουν τη συγκατάθεση του πατέρα της Αλίνα, Ντίνο Φερνάντεζ. Το πορτρέτο τους βρίσκεται στην Casa Bianca.

Τα περιστέρια πετούσαν εδώ κι εκεί
Διαδίδοντας την καταστροφή
Εμείς συνεχίζαμε να σερνόμαστε
Δίχως καταφύγιο πουθενά

Μια σελίδα εκείνης της ιστορίας της πολύχρωμης, πολυφωνικής Θεσσαλονίκης του χτες ταξίδεψε πέρα από τα ελληνικά σύνορα, μέσα από «Το τραγούδι της Φωτιάς».

https://www.youtube.com/watch?v=AaBmn...
 •  0 comments  •  flag
Share on Twitter
Published on November 23, 2021 06:09
No comments have been added yet.