Hegel: "Όλες οι αγελάδες δεν είναι μαύρες"
G.W.Fr. HEGEL
1770–1831
Φαινομενολογία του πνεύματος:
Πώς η Διαλεκτική αποσυνθέτει τονΔογματισμό & Φορμαλισμό;
§1
Ι. Ανάμεσα στα πιο σημαντικάεπιτεύγματα του Χέγκελ είναι να σκέφτεται την ενεργό πραγματικότητα διαλεκτικάκαι αναλογικά να αποτιμά την εμπειρία στο σύνολό της. Τούτο του επιτρέπει ναμην ασχολείται αποκλειστικά, όπως έκαναν πολλοί προγενέστεροί του φιλόσοφοι, μεέναν ορισμένο και εν πολλοίς περιορισμένο αριθμό αντικειμένων, αςπούμε με την ηθική, με την έννοια της υπόστασης, με τον θεό ως δημιουργό τουσύμπαντος κ.λπ., αλλά να διανοίγεται σε όλα τα θέματα της αντικειμενικήςπραγματικότητας, μηδέ εξαιρουμένων και τέτοιων, όπως το ηλιακό σύστημα, ηφυσιολογία των φυτών, οι θεραπείες της τρέλας, η συμβολική φαντασία, οιουδαϊσμός, η κινεζική θρησκεία κ.λπ. Όλα αυτά τα περιεχόμεναμελετώνται με διαλεκτικό τρόπο, δηλαδή μέσα από την εσωτερική κίνηση των κοινώναλλά και των αντιθετικών τους στοιχείων, και όχι με εκείνον της απαρίθμησης.Εξετάζονται στη συνολική τους δυναμική, ιστορική κοινωνική, πολιτική,πνευματική, και στις αμοιβαίες τους σχέσεις. Η βλέψη του Χέγκελ είναι νασυλλάβει την εμπειρία διαλεκτικά ως μια αυτο-διαμορφωτική κίνηση, που μπορεί ναπροσδώσει στο υπάρχον βαθμιαία αντικειμενικότητα και αυτονομία (Objektivitätund Autonomie).
Αυτή η κίνηση έχει μεν χαρακτήρα προόδου –ακόμηκι αν η αδικία, η πτώση, η συντριβή, η αποτυχία, ο θάνατος κ.λ.π. είναι μόνιμεςκαι συνεχείς απειλές– αλλά ποτέ δεν είναι απλή και ήρεμη. Οι συγκρούσεις και οιαντιφάσεις που ενυπάρχουν στην πραγματικότητα δεν παραγνωρίζονται από τονΧέγκελꞏ απεναντίας κατανοούνται και ερμηνεύονται με περισσήακρίβεια, σύμφωνα και με το εκάστοτε ιστορικό και φιλοσοφικό πλαίσιο. Στοπλαίσιο αυτό, ο κορυφαίος διαλεκτικός φιλόσοφος της νεωτερικήςεποχής είναι μάρτυρας βίαιων ιστορικών αλλαγών, οι οποίες, ακόμη κι αν τη μια ήτην άλλη στιγμή προκάλεσαν έντονη απογοήτευση, δεν αποκλείουν ωστόσο κάποιαελπίδα για τη βελτίωση της ανθρωπότητας. Η Γαλλική Επανάσταση, πριν μετατραπείσε καθεστώς Τρόμου, εξέφρασε τη βούληση της πολιτείας να ασκήσει την εξουσία μετρόπο που να την εναρμονίζει, να τη συμφιλιώνει με τη βούληση των πολιτών. ΟΧέγκελ διείδε, ας πούμε, πως ο Ναπολέων, ακόμα κι αν ηττήθηκε από έθνη πουαρνούνταν εκ των προτέρων τα συντάγματα που επιδίωκε να τους επιβάλει,επιχείρησε να επεκτείνει σε όλη την Ευρώπη μια συνεκτική πολιτική οργάνωση.Επίσης ότι τα προτεσταντικά κράτη της Γερμανίας ήξεραν πώς να καταργήσουν τατελευταία υπολείμματα της φεουδαρχίας υπέρ μιας άσκησης της εξουσίας που ναβασίζεται στην κοινή βούληση των πολιτών.
§2
Ι. Στη σημερινή εποχή, που ηβιαιο-πραξία της πολιτικής δεν εξεικονίζει τη δημιουργική πράξη μιαςανεπτυγμένης κοινωνίας παρά κατασπαράζει τον άνθρωπο, αξίζεινα ξεκινάει κανείς από μια συνολική άποψη για αυτό που κρίνει και να στέκεταιερωτηματικά απέναντι σε αυτό που του συντυχαίνει. Τι μας συντυχαίνει; Ηθεωρία και η πράξη της πολιτικής (κοινωνίας) ταυτίζει το χώρο τουανθρώπου με την πλήρη αποσυναρμογή του: ανεστιότητα, αυθαιρεσία,καταστροφή, πολιτική μωρία, ανορθολογισμός, ολική συσκότιση του κόσμου. Καιτο πνεύμα; Εδώ διαμορφώνεται περίπου ως εξής η κατάσταση: οιλεγόμενοι «προοδευτικοί», «εκσυγχρονιστές» και παρόμοιοι ταρτούφοιεξουσιομανείς εντοιχίζουν καθετί το αυθεντικό από το πεδίο τηςσκέψης, του πολιτισμού, της παιδείας, της γενικότερης πνευματικότητας σεμια θεολογική του πρόσληψη, γιατί το θεωρούν ως το επουράνιοφάντασμα που πλανιέται απειλητικά πάνω από τη δική τους καθεστηκυίαραστώνη και γι’ αυτό θέλουν να το εξορίσουν από τον βίο μας ως επιδημικήχολέρα. Τότε συμβαίνει το εξής παράδοξο: όσο το εξαποστέλλουν,ως δήθεν θεολογικό, τόσο το επαναφέρουν στο προσκήνιο ως επιδημική χολέρα με τομεταφορικό νόημα της απόλυτης διαφθοράς του δημόσιου βίου.
ΙΙ. Τι συμβαίνει εδώ; Ηανεστραμμένη και διεστραμμένη λογική διεφθαρμένων καθεστωτικών ατόμων ή ομάδωναπό την πολιτική και τον συνδικαλισμό, τη «διανόηση» και τον «πολιτισμό», κ.λπ.ανυψώνεται μέσω της «εκπροσώπησης», που πάντα αποξενώνει και ποτέ δεν συνενώνει,σε ρυθμιστή της κοινωνίας και της πολιτείας. Η έννοια του πνεύματος τότε απόθεολογική ιερεμιάδα μεταποιείται από τους ίδιους σε νοησιαρχικήεξυπνάδα, σε εργαλειακό λόγο του νου που υπηρετεί χρησιμοθηρικούς σκοπούς. Με δεδομένη μια τέτοια παραφθορά του πνεύματος σεχρησιμοθηρική εξυπνάδα και σε διακοσμητικό στοιχείο μηδενιστικών πρακτικών, οΧέγκελ συμπυκνώνει όλο το νόημα της Φαινομενολογίας του πνεύματος στοεξής ερώτημα: Μπορεί ο άνθρωπος να σκέφτεται και να πραγματοποιεί τηνελευθερία του μέσα στην πραγματικότητα που του δίνεται; Είναι τοίδιο ερώτημα που βρίσκει ουσιωδώς την βαθύτερη αλήθεια του στο γλωσσικόσήμα: Οδυσσέας υπό τη μορφή του εαυτού, ο οποίος, εν όψει μιαςδεδομένης πραγματικότητας, εκτυλίσσεται ως περιπετειώδες μεν πνεύμα, αλλά πάντοτεμε αυτοκυριαρχία, προκειμένου να φτάσει στην Ιθάκη. Το ως άνωερώτημα δεν προσήκει μόνο στο ένα ή το άλλο ξεχωριστό άτομο, αλλά συνοδεύει τονάνθρωπο μέχρι τα έγκατα του βίου του, μέχρι το σημείο πουμεταπίπτει από τη ζωή στο θάνατο ή από το Είναι στο μηδέν και από εκεί πάλι στοΕίναι.
§3
Ι. Έτσι, αυτό που μαςκαθορίζει δεν είναι έτσι απλά η ευφορία ή η απελπισία της στιγμής, ή ακόμη κι ομηδενισμός, αλλά τα όρια του πιο πάνω ερωτήματος. Και τούτο διότι με το ερώτημααυτό ο άνθρωπος καλλιεργεί συνεχώς την τάση να υπερβαίνει την αισθητή τουπροφάνεια και να προσβλέπει σε μια πνευματική αυτάρκεια, την οποία δεν εγγυάταιτο εκάστοτε παρόν. Στη συνάφεια τούτη, η όλη δομή του πνεύματος, στηφαινομενολογική του πορεία, αποτελεί ισχυρή προϋπόθεση για να επαναπροσδιορίζεταιη ουσία του ανθρώπου με ένα μάτι πιο προσεκτικό, πιο διεισδυτικό, πιοαποκαλυπτικό. Η φιλοσοφία που μας απασχολεί εδώ έχει μεν τις πρωταρχικές τηςπηγές στην αρχαία παράδοση, αλλά επεξεργάζεται και τις μεγάλες εμπειρίες τωναιώνων που θα ακολουθήσουν μέχρι και τη Γαλλική επανάσταση. Η αλήθεια, συνεπώς,για τον Χέγκελ είναι ιστορική και μεταστοχαστικά ολική συν καθολική. Στη Φαινομενολογίατου πνεύματος ο φιλόσοφος συνοψίζει αυτή την εμπειρία σε μιαπρόταση:
«Τοαληθές είναι το όλο».
Τούτη η θεωρησιακή [=φιλοσοφική-θεωρητική]πρόταση κατευθύνει το βλέμμα μας στη διαλεκτική σύλληψη της αλήθειας ως μιαςσυνεχούς κίνησης. Μας προσανατολίζει σε μια διαλεκτική κίνηση, που εφοδιάζει τοανθρώπινο άτομο με τη δυνατότητα, ήτοι την ικανότητα του Λόγου, να θέτει τονεαυτό του ως υποκείμενο συνειδητής και γι’ αυτό καθολικής δράσης απέναντι σεαυτό που το καθορίζει. Παράλληλα μπορεί να υποβάλλει τη δική του υποκειμενικήαλήθεια στην πιο διάπυρη αυτο-εξέταση και
«νααπαιτεί από την επιστήμη[=τη φιλοσοφία] να το εφοδιάζει με την ανεμόσκαλα πουθα το οδηγούσε σε αυτή την κορυφή [της γνώσης]»[2].
ΙΙ. Κατ’ αυτό τον τρόπο δεγίνεται αντικείμενο της συλλογικής αδράνειας της κοινωνίας ούτε εξάρτημα ξένωνιδεών, αλλά ανασυλλέγει την ουσία του, ανακτώντας, μέσα σε μια ολοποιητικήενότητα, τις κατατετμημένες πλευρές της ζωής που άφησε κατά μήκος της πορείας του.Αυτό δε σημαίνει πως ο Χέγκελ φαντάζεται την ολοκλήρωση του ανθρώπου έξω από ταόρια του κοινωνικού του Είναι. Απεναντίας θεωρεί πως η έκφραση της αληθινής τουουσίας πρέπει να περάσει το δικό της Γολγοθά και να υποστεί την απόλυτη ένταξη,δηλ. αποξένωση, ως μεταβατική δυνατότητα. Με τα λόγια του Χέγκελ:
«Τοπνεύμα κατακτά την αλήθεια του μόνο, όταν βρίσκει τον εαυτό του μέσα στοναπόλυτο διχασμό...Το πνεύμα είναι αυτή η δύναμη μόνο, όταν κοιτάζει το αρνητικόκατάματα και ενδιατρίβει σ’ αυτό. Τούτο το ενδιατρίβειν είναι η μαγική δύναμηπου μεταστρέφει το αρνητικό σε Είναι».
Υπ’ αυτό το πνεύμα, ο Χέγκελ αντιπαρατίθεται μέσαστο έργο του με τον αντιδιαλεκτικό, φορμαλιστικό και συνάμα δογματικό τρόποσκέψης, κατά τον οποίο
«όλες οιαγελάδες είναι μαύρες».
Ο αντιδιαλεκτικός/κοινός νους, ως εκ της φύσηςτου, μπορεί να κινηθεί μόνο στο επίπεδο του «δογματικού ισχυρισμού» καιτης αντίστοιχης διαβεβαίωσης. Γι’ αυτό αντιμετωπίζει τα αδιέξοδά του είτε μετην άκριτη προσκόλληση στην ελπίδα ή το φόβο είτε με την αναπαραγωγή ξένων προςτην ανθρώπινη ουσία αποφάσεων, δηλητηριάζοντας τον ορίζοντα συνεννόησης τωνανθρώπων και γεμίζοντας τον κοινωνιο-πολιτικό χώρο με ψευδαισθήσεις καιαυταπάτες. Σημειώνει σχετικά ο Χέγκελ:
«Όταν οκοινός νους επικαλείται το συναίσθημα, τον εσωτερικό του χρησμό, έχει τελειώσειμε εκείνον που δε συμφωνεί μαζί του… ποδοπατεί τη ρίζα της ανθρωπότητας».
§4
Ι. Χωρίς τον διαλεκτικό Λόγοδεν μπορεί κανείς να οχυρώνεται πίσω από τη δική του «αλήθεια», τηνυποκειμενική ιδιογνωμία του και να την παρουσιάζει ως καθολική, ως απόλυτοαξίωμα, ως το φιλοσοφικά αποδεδειγμένο Απόλυτο. Οι μεμονωμένες αλήθειες μπορεί ναέχουν το χαρακτήρα των φαινομένων και να υπόκεινται στη φθορά του χρόνου, δηλ.να είναι πεπερασμένες. Πίσω από τα φαινόμενα, τη φαινομενική γνώση,ενεργοποιείται το πνεύμα με τη δική του εσωτερική κίνηση. Η τελευταία δενεκφράζει μια γραμμική πορεία, αλλά περιέχει την τεράστια δύναμη τουαρνητικού ως την εκρηκτική ύλη της ενεργότητας του νου του ανθρώπου, δηλ. τουπνεύματος. Για την ανθρώπινη συνείδηση, η οποία, ως άμεση ύπαρξητου πνεύματος, είναι εκτεθειμένη μέσα σε ένα πλέγμα παρατεταμένων αντιφάσεωνκαι συλλαμβάνει το όλο ως μια ξεχωριστή έννοια και τον εαυτό της ως το απόλυτοάλλο, το αρνητικό είναι ο «Μεφιστοφελής» του Γκαίτε,που ενεργοποιεί την αναζήτηση μιας αυθεντικής αρμονίας και ολοκλήρωσης έξω απότην πλάνη της άμεσης πραγματικότητας.
ΙΙ. Η νομιμότητά του λοιπόν έγκειταιστο να θέτει σε απόλυτη αμφισβήτηση την εμπράγματη βεβαιότητα του Εγώ καινα οδηγεί τη συνείδηση του ανθρώπου σε μια γνωσιοθεωρητική κριτική τωνπεριεχομένων που καταδυναστεύουν την ελευθερία της και στην έξοδο από τη νύχτα τηςκαθεύδουσας κοινωνικο-πολιτικής ανωνυμίας. Με τα λόγια του Χέγκελ αυτό σημαίνειπως καθετί που εκφράζει την ειδοποιό διαφορά του ανθρώπου απορρέει από τηναρνητικότητα του αντικειμένου. Έτσι η εργασία, στην οποία επιδίδεται οάνθρωπος για να μεταμορφώσει τον εξωτερικό κόσμο, ανατιμάται ως δύναμη άρνησηςαυτού που ήδη υπάρχει και ως δυνατότητα προσέγγισης στο αντί-θετό του. Τότεαναπτύσσεται μια ακαταμάχητη αντι-θετική κίνηση, ενεργητικό στοιχείο της οποίαςείναι το ζωντανό ον και παθητικό στοιχείο το αντικείμενο. Στη διαπλοκή αυτή τοενεργητικό στοιχείο, η ζωή αντλεί από τον εαυτό της την ικανότητα ναδιατηρείται μέσα στο άλλο χωρίς να γίνεται πράγμα. τηνικανότητα, με άλλα λόγια, να αρνείται τη μεταποίηση του εαυτού της σεκάτι το πραγμοειδές. Τη στιγμή, λοιπόν, που το ζωντανό ον μπορεί καιαναπτύσσει αυτή την ικανότητα, από συνείδηση γίνεται αυτοσυνείδηση. Αυτόδείχνει πως αντικείμενο της εργασίας του ανθρώπου γίνεται ο ίδιος ο εαυτόςτου.
§5
Ι. Δεν είναι αρκετό να οικειώνεται κανείς με τονεαυτό του, χρειάζεται και να τον γνωρίζει. Αυτό παραπέμπει ευθέωςστην πραγμάτωση του αιτήματος της ελευθερίας: το υποκείμενο, αυτο-γνωριζόμενο,αισθάνεται την ανάγκη του άλλου. επιθυμεί, ορέγεται τηνπαρουσία του. Και με εγελιανούς όρους: η αυτοσυνείδηση ικανοποιείταιμέσα σε μια άλλη αυτοσυνείδηση. Καθόσον τέτοια, η αυτοσυνείδησηβυθίζεται μέσα στο Είναι της ζωής και διεξάγει ένα αγώνα για αναγνώριση.Αυτή-εδώ όμως δεν είναι μια μεμονωμένη επιθυμία και δεν επιτυγχάνεται με μιααπλή, εξωτερική προσέγγιση του άλλου. Είναι ένας αγώνας ζωής καιθανάτου. Μόνο όταν ο άνθρωπος ριψοκινδυνεύει, λέει ο Χέγκελ, δηλ. μόνοόταν διεξάγει θανάσιμο αγώνα υπέρβασης της άλλης ουσίας, φτάνει να αναγνωρισθείαπό αυτήν. Ο αγώνας για επικράτηση είναι αμοιβαίος, γι’ αυτό γίνεται ορατός«ένας πόλεμος όλων εναντίον όλων». Ο τελευταίος αναδεικνύεται εν τέλει σε ενδιάμεση βαθμίδαμετάβασης από την αφηρημένη κοινωνία στην ελεύθερη κοινότητα.
ΙΙ. Τότε είναι που ο άνθρωποςφτάνει να πραγματώνει την ελευθερία του, και ως ελεύθερο ον, χωρίς ενδοιασμούςκαι κλονισμούς, μπορεί να συμφιλιώνεται με τον κόσμο. Η ζωή γίνεται μοναδικήκαι διαλεκτική ενότητα ή ταυτότητα: εκφράζει την κοινότητα ως τηναναπαλλοτρίωτη υπόσταση των ατόμων, καθένα εκ των οποίων γίνεται ένα Εγώ πουείναι Εμείς και ένα Εμείς που είναι Εγώ. Η ένταξη όμως αυτή μέσα στηνκοινότητα σημαίνει παράλληλα και ένταξη μέσα στο χρόνο. Ο άνθρωπος,εντασσόμενος μέσα στο χρόνο, βιώνει μια νέα αγωνία, την αγωνία της θνητότητάςτου, αφού ο χρόνος αυτός καθεαυτόν είναι η υπόμνηση της ατέλειάς του. Υπ’ αυτήτην έννοια ζει με τον τρόμο του χρόνου· με τη γλώσσα τουΧέγκελ: εφόσον ο άνθρωπος είναι, δεν είναι και, εφόσον δεν είναι, είναι. Οχρόνος, κατά ταύτα, αποτελεί την αναγκαιότητα, που μεταδίδει ενέργεια στονάνθρωπο και τον ωθεί στη δημιουργία και την αυτοδημιουργία. Για νααυτογνωρίζεται ο άνθρωπος μέσα στο χρόνο πρέπει να εξωτερικεύεται. Δια τηςεξωτερίκευσης εκδηλώνει τη δράση του και την εγγράφει ως εμπειρία της ιστορίας.Η τελευταία τότε γίνεται έγχρονη εκδίπλωση μιας σκοπιμότητας δράσης, η οποίαοδηγεί τα ανθρώπινα όντα σε αναμετρήσεις συμφερόντων και ενδιαφερόντων και τονόημά της ισχυροποιεί την παρουσία της αλήθειας μέσα στη λήθη του πολιτισμού.
ΙΙΙ. Μέσα στη Φαινομενολογίατου πνεύματος η ιστορία αρχίζει στην Ελλάδα και προχωρεί με ένατραγικό, τραγικότατο τρόπο και χαρακτήρα. Η Ελλάδα, σύμφωνα με τον Χέγκελ, δεναποτελεί απλά και μόνο το ξεκίνημα της φιλοσοφικής επιστήμης, αλλά είναιτο «αληθινό πνεύμα». Ο σκοπός της ιστορίας είναι να ξαναβρεί αυτή τηναλήθεια, αυτή την «υπέροχη ολότητα», η οποία, επαναπροσδιοριζόμενη στηδιαχρονική της δεσμευτικότητα, μεταστρέφει την ανταγωνιστική κινητικότητα τηςκοινωνίας από δύναμη γενικευμένης παράλυσης σε πηγή αυτογνωσίας. Αλλά ηεγελιανή αυτογνωσία δεν σημαίνει άλλο από τη γνώση του Εγώ και του Εμείς. Και τούτοστην ευρύτερη αποδοχή του κατανοείται ως εξής: Να αποκτάμε, κατά κύριο λόγο,συνείδηση της διαφοράς ανάμεσα σε αυτό που είναι το υποκείμενοκαι το αντικείμενο και σε αυτό που είναι η ουσία τους. Χάρη σετούτη τη συνείδηση της διαφοράς, αντί να παραδιδόμαστε στο δεδομένο, αφηνόμαστεστο εγνωσμένο και εκμηδενίζουμε έτσι τη θριαμβολογία του αποσπασματικού πάνωστη μοναδικότητα του συνολικού. Σε αυτό το μονοπάτι, η κινητήρια δύναμη πίσωαπό τα πάντα είναι η διαλεκτική που δρα μέσω της άρνησης. Ωστόσο, είναι μιαιδιαίτερη μορφή άρνησης. Η ιστορικο-φιλοσοφική φιγούρα που ενσαρκώνει τηνάρνηση είναι ο σκεπτικισμός, αλλά περιορίζεται στην άρνηση, επομένως καταφέρνεινα παράγει μόνο το τίποτα, το κενό, ενώ η διαδικασία του Χέγκελ σκοπεύει τηνάρνηση με καθορισμένο τρόπο. Αρνείται ορισμένες πτυχές μιας φιγούρας, αλλά ποτέδεν τη θεωρεί εντελώς «λάθος»: όταν η καθεμία εξετάζεται και μετά «αρνείται»,παράγει, με τη σειρά της, μια νέα φιγούρα που φέρει μέσα της το ίχνος αυτού πουαρνήθηκε. Με λίγα λόγια, είναι μια μορφή άρνησης που θα μπορούσαμε να τηνονομάσουμε «παραγωγική». Σημασία έχει η συνολική διαδικασία, ο πλήρης κύκλοςτων μορφών της συνείδησης, που πραγματοποιείται σε όλη τη σειρά των μορφών καιτων μορφών.
Χέγκελ: Φαινομενολογίατου πνεύματος τ. Ι, εισαγωγή-μτφρ.-σχόλια Δημ. Τζωρτζόπουλος. ΕκδόσειςΔωδώνη: Αθήνα 1993, σ. 141.
Ό.π., σσ. 146-147.
Ό.π.,σ. 153.
Ό.π.,σ. 137.
Ό.π.,σ. 153.
Δημήτρης Τζωρτζόπουλος's Blog
- Δημήτρης Τζωρτζόπουλος's profile
- 2 followers

