Magical Places Quotes

Quotes tagged as "magical-places" Showing 1-5 of 5
Richie Norton
“The world is full of magical places and traveling to them helps unlock some sort of power inside to come alive.”
Richie Norton

Gabriel García Márquez
“Το Μακόντο ήταν τότε ένα χωριό με είκοσι σπίτια από πηλό και καλάμια, χτισμένα στην όχθη ενός ποταμού με διάφανα νερά, που κυλούσαν σε μια κοίτη με λείες πέτρες, άσπρες και τεράστιες, σαν προϊστορικά αβγά. Ο κόσμος ήταν τόσο νεόπλαστος, ώστε πολλά πράγματα δεν είχαν όνομα και για να τα αναφέρεις έπρεπε να τα δείξεις με το δάχτυλο.”
Gabriel García Márquez, One Hundred Years of Solitude

Gabriel García Márquez
“Ύστερα, για περισσότερο από δέκα μέρες, δεν ξαναείδαν τον ήλιο. Το έδαφος έγινε μαλακό και υγρό, σαν στάχτη ηφαιστείου, κι η βλάστηση γινόταν όλο και περισσότερο απειλητική κι ακουγόνταν όλο και πιο απόμακρες οι φωνές των πουλιών και η φασαρία των πιθήκων κι ο κόσμος έγινε για πάντα θλιβερός. Οι άντρες της αποστολής ένιωσαν να τους πλημ,μυρίζουν οι πιο παλιές αναμνήσεις τους, πριν ακόμα κι απ' το προπατορικό αμάρτημα, σ' εκείνο τον παράδεισο της υγρασίας και της σιωπής, όπου οι μπότες βυθίζονταν σε λακούβες με λάδια που άχνιζαν και τα μαχαίρια τους κομμάτιαζαν αιμόφυρτα κρίνα και χρυσαφένιες σαλαμάνδρες.”
Gabriel García Márquez, One Hundred Years of Solitude

Gabriel García Márquez
“Για τους κατοίκους του Μακόντο ήταν μια καινούργια διασκέδαση αυτός ο περίπατος στις υγρές κι ατέλειωτες λεωφόρους, τις πλαισιωμένες με μπανανιές, όπου η σιωπή έμοιαζε να 'ρχεται από άλλους τόπους, ολοκαίνουργια ακόμα, γι' αυτό και η φωνή μεταδίδοταν δύσκολα. Μερικές φορές δεν καταλάβαινε κανείς όσα λέγονταν στο μισό μέτρο κι ωστόσο τα λόγια έφταναν εντελώς ξεκάθαρα στην άλλη άκρη της φυτείας.”
Gabriel García Márquez, One Hundred Years of Solitude

Gabriel García Márquez
“Η Μέμε μόλις που κατάλαβε το ταξίδι μέσα απ’ την παλιά μαγεμένη περιοχή. Δεν είδε τις σκιερές κι ατέλειωτες μπανανοφυτείες στις δυο πλευρές των γραμμών. Δεν είδε τ’ άσπρα σπίτια των γκρίνγκος ούτε τους ξεραμένους απ’ τη σκόνη και τη ζέστη κήπους τους, ούτε και τις γυναίκες με τα κοντά παντελόνια και τα πουκάμισα με τις γαλάζιες ρίγες, που έπαιζαν χαρτιά στις βεράντες. Δεν είδε τις βοϊδάμαξες φορτωμένες μπανάνες στους σκονισμένους δρόμους. Δεν είδε τα κορίτσια που βουτούσαν σαν ψάρια στα διάφανα ποτάμια, αφήνοντας στους επιβάτες του τρένου την πίκρα απ’ τα υπέροχα στήθια τους, ούτε τις παρδαλές κι άθλιες καλύβες των εργατών, όπου φτερούγιζαν οι κίτρινες πεταλούδες του Μαουρίτσιο Μπαμπιλόνια και που στις πόρτες τους χαλκοπράσινα και κοκκαλιάρικα παιδιά καθόταν στα δοχεία τους και έγκυες γυναίκες φώναζαν βρωμόλογα στο τρένο που περνούσε… Δεν κοίταζε έξω από το παραθυράκι, ούτε κι όταν η καυτή υγρασία απ’ τις φυτείες σταμάτησε και το τρένο πέρασε απ’ την πεδιάδα με τις παπαρούνες, όπου στέκονταν ακόμα το απανθρακωμένο σκαρί της ισπανικής γαλέρας…”
Gabriel García Márquez, One Hundred Years of Solitude